Gold Cross
«Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεροντικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεροντικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Ο Διάβολος φοβάται το κομβοσχοίνι και την ευχή

Στην ίδια Σκήτη της Αγίας Άννας, ό Μοναχός Προκόπιος από την Καλύβα «Είσόδια της Θεοτόκου» είχε μεγάλη επιθυμία να μάθει μουσικά, για να δοξολογεί κι αυτός το Θεό, όπως και οι άλλοι αδελφοί.
Επειδή όμως ήταν λίγο παράφωνος αποφεύγανε οι Πατέρες να τον μάθουν μουσικά.
Ό αδελφός Προκόπιος είχε χάρισμα από το Θεό λάβει να λέει ακατάπαυστα την ευχή το «Κύριε Ίησοϋ Χριστέ υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλό» και στο αριστερό του χέρι κρατούσε πάντα το κομβοσχοίνι, το όποιο δεν αποχωριζόταν ποτέ.
Μια μέρα, ήταν πολύ λυπημένος, πού δεν μπορούσε να βρει κανένα για να τον μάθει μουσική και συλλογιζόμενος αυτό το πράγμα, από την πολύ του λύπη, είχε σταματήσει να λέει την ευχή.

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Αββά Μακαρίου λόγοι: Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΙ ΤΑ ΠΟΝΗΡΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ

Πηγαίνοντας μια Κυριακή στην Εκκλησία της σκήτης ο Αββάς Μακάριος, πού είχε χάρισμα από τον Θεό να διακρίνει με τα μάτια της ψυχής, όσα οι άλλοι δεν έβλεπαν με τα σωματικά τους μάτια, είδε την καλύβα κάποιου Μοναχού τριγυρισμένη από πονηρά πνεύματα.

Πολλά είχαν τη μορφή παιδιών, πού έκαναν κάθε λογής αταξία. Άλλα έμοιαζαν με άσεμνες γυναίκες. Χόρευαν, πηδούσαν κι έκαναν διάφορα ανόητα καμώματα.

Χωρίς άλλο, συλλογίσθηκε ο Όσιος, έχει κυριευθεί από αμέλεια ο Αδελφός, γι αυτό έχουν τόσο θάρρος μαζί του οι δαίμονες.

Σαν τελείωσε η Λειτουργία, πήγε καί χτύπησε την πόρτα του Μοναχού:

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΣΑΤΑΝΑΣ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΦΕΡΝΕΙ ΣΥΓΧΥΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, στην Καλύβα «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» ασκήτευε ό Γέροντας Αγάπιος Μοναχός με τη συνοδεία του, το Μοναχό Πηγάσιο, πού περνούσαν πολύ φτωχικά και στερημένα.
Κατά το έτος 1935 - 6, ό υποτακτικός Πηγάσιος, θύμισε στον Γέροντα του Αγάπιο, πώς καλά θα ήταν, άμα τελειώσει την άλλη μέρα το πρωί ή προσευχή της Ακολουθίας, να γυρίσει με ένα γράμμα, της Κυριάρχου Μονής Μεγίστης Λαύρας, πού το λένε «Απανταχούσα» στα άλλα Καλύβια της Σκήτης για να μαζέψει ελεημοσύνες και οικονομική ενίσχυση να μπορέσουν να διορθώσουν το Καλύβι τους πού ήταν ερειπωμένο.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Ιστορίες από το Γεροντικό για τη νηστεία

Η Νηστεία, έλεγεν ο Αββάς Υπερέχιος, είναι χαλινάρι που συγκρατεί τις κατώτερες ορμές. Όποιος την περιφρονεί, μοιάζει με αχαλίνωτο άλογο.

Ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός, συμβουλεύοντας τούς νεωτέρους αδελφούς ν' αγαπήσουν την νηστεία, τούς έλεγε συχνά:
Ο καλός στρατηγός, που επιχειρεί να καταλάβει μια πόλη εχθρική, γερά οχυρωμένη, κάνει αποκλεισμό στις τροφές και στο νερό. Μ' αυτόν τον τρόπο ατονεί η αντίστασις του εχθρού και τέλος παραδίδεται. Κατι παρόμοιο συμβαίνει με τις σαρκικές ορμές, που ανελέητα πολεμούν τον άνθρωπο στην νεότητά του. Η ευλογημένη νηστεία καταβάλλει τα πάθη και τούς δαίμονας και τελικά τ' απομακρύνει από τον αγωνιστή.
Και το πανίσχυρο λιοντάρι, τούς έλεγε άλλη φορά, συχνά από τη λαιμαργία του πέφτει στην παγίδα κι' όλη του η δύναμη κι' η μεγαλοπρέπεια εξαφανίζονται.

Ανέβασαν κάποτε στην σκήτη των Πατέρων ένα δαιμονισμένο νέο, για να τον θεραπεύσουν με την προσευχή τους. Εκείνοι όμως, από ταπείνωση, απόφευγαν. Πολύ καιρό βασανιζόταν έτσι ο δυστυχισμένος άνθρωπος, ώσπου κάποιος Γέρων τον ελυπηθεί, τον σταύρωσε με τον ξύλινο σταυρό, που είχε στην ζώνη του, κι' έδιωξε το πονηρό πνεύμα.
- Αφού με βγάζεις από την κατοικία μου, του είπε εκείνο, θα μπω μέσα σου.
- Έλα, του αποκρίθηκε θαρραλέα ο Γέροντας.
Έτσι μπήκε μέσα του το δαιμόνιο και τον βασάνιζε δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Ο Όσιος υπόμενε με καρτερία τον πόλεμο, αλλά αντιπολεμούσε κι' εκείνος τον εχθρό, με υπεράνθρωπη νηστεία και ακατάπαυστη προσευχή. Όλα αυτά τα χρόνια δεν έβαλε ούτε μια φορά στο στόμα του τροφή, μασούσε μόνο λίγα κουκούτσια από φοίνικες κάθε βράδυ και κατάπινε τον χυμό τους.
Νικημένο τέλος το δαιμόνιο, από τον ακατάπαυστο αγώνα του Γέροντος, τον ελευθέρωσε.
- Γιατί φεύγεις; τον ρώτησε εκείνος, κανένας δε σε διώχνει.
- Με αφάνισε η νηστεία σου, αποκρίθηκε εκείνο κι' έγινε άφαντο.

Μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού πήγε στο κελί του Αββά Ησαΐου ο Αββάς Αχιλλάς και τον βρήκε να τρώγη. Είχε βάλει νερό κι' αλάτι στο πιάτο και βουτούσε το ψωμί του. Μόλις είδε τον συνασκητή του, έκρυψε με τρόπο το πιάτο κάτω από το ψαθί που έπλεκε, για να μη τον σκανδαλίσει. Τέτοια πολυτέλεια ήταν άγνωστη στη σκήτη.
- Τι τρως, αδελφέ; τον ρώτησε ο Αββάς Αχιλλάς, που τον έβλεπε ακόμη να μασά, χωρίς να έχει τίποτε μπροστά του.
- Συγχώρησε με, Πάτερ, είπε κοκκινίζοντας από ντροπή ο Αββάς Ησαΐας. Έκοβα φοινικόφυλλα στον ήλιο και ξεράθηκε ο λάρυγγας μου, γι' αυτό έβαλα νερό στο αλάτι μου, για να μπορώ να καταπιώ.
Σαν τ' άκουσε ο άλλος ασκητής, έβαλε τις φωνές:
- Ελάτε να ιδήτε τον Ησαΐα να τρώγη ζωμό στη σκήτη. Αν ήθελες τέτοια καλοφαγία, αδελφέ, καλά θα έκανες να γύριζες στην Αίγυπτο.

Μερικοί νέοι ευσεβείς ανέβηκαν στη σκήτη για να επισκεφθούν κάποιο γνωστό τους Γέροντα. Επειδή θα έμεναν κοντά του όλη μέρα, του ζήτησαν λίγο λάδι να μαγειρέψουν τα όσπρια, που είχαν πάρει μαζί τους για να φάνε.
- Να εκεί κρέμεται το φλασκί, που μου είχατε φέρει δώρο πριν τρία χρόνια, τούς έδειξε ο Γεροντας. Παρετε όσο θέλετε.
- Όταν το ξεκρέμασαν, είδαν πως το φλασκί ήταν ακόμη σφραγισμένο και θαύμασαν τη νηστεία του Οσίου.

Τόσο πολύ είχε εξασκηθή στην νηστεία ο Όσιος Μάρκος ο Αναχωρητής, έλεγαν οι Γεροντες, ώστε κατώρθωνε να μένη άσιτος επί ολόκληρες εβδομάδες συνεχώς, χωρίς να ατονεί το σώμα του. Εξήντα τρία χρόνια που έμεινε στην έρημο, ημέρα και νύκτα εργοχειρούσε, για να ελεή τούς πτωχούς Ερημίτας. Δώρο δε δέχτηκε ποτέ του από κανένα. Αν κάποιος, περαστικός από την καλύβα του, του έδινε κάτι, ο Αββάς τον ευχαριστούσε για την καλή του πρόθεσι, μα δεν έπαιρνε το δώρο.
- Δεν μου χρειάζεται, αδελφέ, του έλεγε. Ας έχει δόξα ο Κύριος μου που μου δίνει ακόμη δύναμή να εργάζομαι, για να τρέφω τον εαυτό μου κι' εκείνους που μ' επισκέπτονται.

Ένας αρχάριος μοναχός συμβουλεύτηκε κάποιο διακριτικό Γεροντα, ποιο μέτρο ν' ακολουθήσει στη νηστεία.
- Απέφευγε τις υπερβολές, τέκνον μου, τον συμβούλεψε εκείνος. Πολλοί δοκίμασαν να νηστέψουν πάνω από τις δυνάμεις τους και δεν άντεξαν για πολύ καιρό.

Ρώτησαν οι Γέροντες τον Όσιο Μακάριο πως συνέβαινε να είναι το σώμα του πάντοτε λιπόσαρκο κι' όταν νήστευε κι' όταν έτρωγε.
- Το ξύλο που ανακατεύει τ' αναμμένα φρύγανα, τούς έλεγε εκείνος, κατατρώγεται από τη φωτιά κι' είναι κατάξερο. Κι' όταν η φλόγα του θείου φόβου κατακαίη την καρδιά του ανθρώπου, ξηραίνεται το σώμα του.